σάρδιο

το / σάρδιον, ΝΑ
ο σάρδης και το πολύ συγγενικό του καρνεόλιο, ημιπολύτιμοι λίθοι κατάλληλοι για την διακόσμηση δαχτυλιδιών, οι οποίοι είναι ποικιλίες τού πυριτικού ορυκτού χαλκηδόνιος
αρχ.
1. σφραγίδα
2. στον πληθ. τὰ σάρδια
γυναικεία κοσμήματα.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο λίθος ονομάστηκε έτσι πιθ. από την πόλη Σάρδεις. Την λ. δανείστηκε η Λατινική, πρβλ. λατ. sarda, sardius, sardinus].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Μπενάκειο — Το Μπενάκειο Αρχαιολογικό Μουσείο στεγάζεται σε μια οικία που χτίστηκε το 1742 και είναι από τα πιο αξιόλογα ιστορικά κτίρια της Καλαμάτας (Παπάζογλου 6). Το κτίριο δωρήθηκε στην Αρχαιολογική Υπηρεσία από τον Αντώνιο Μπενάκη, ιδρυτή του ομώνυμου… …   Dictionary of Greek

  • Μυκήνες — I Η σημαντικότερη προϊστορική πόλη της Ελλάδας. Βρίσκεται στον βορειοανατολικό μυχό της αργολικής πεδιάδας και υπήρξε κέντρο ενός από τους μεγαλύτερους προϊστορικούς πολιτισμούς, ο οποίος διήρκεσε από το 1600 έως το 1100 π.Χ. Ιδρυμένη σε σπουδαίο …   Dictionary of Greek

  • σάρδινος — ὁ, Α (ενν. λίθος) ημιπολύτιμος λίθος, το σάρδιο. [ΕΤΥΜΟΛ. < σάρδιον «ημιπολύτιμος λίθος» + κατάλ. ινος (πρβλ. λίθ ινος)] …   Dictionary of Greek

  • σάρδιος — Ημιπολύτιμος λίθος. > καρνεόλιος. * * * ο, ΝΜ [σάρδιον] (ενν. λίθος) το σάρδιο …   Dictionary of Greek

  • σαρδόνιον — (I) τὸ, Α [σαρδών, όνος] σαρδών*. (II) τὸ, Α ημιπολύτιμος λίθος, το σάρδιο. [ΕΤΥΜΟΛ. Μτγν. τ. τού σάρδιον] …   Dictionary of Greek

  • σαρδώ — ἡ, Α το σάρδιο. [ΕΤΥΜΟΛ. Μτγν. τ. τής λ. σάρδιον] …   Dictionary of Greek

  • χαλκηδόνιος — Ορυκτό, κρυπτοκρυσταλλοφυής παραλλαγή του χαλαζία. Παρουσιάζει διάφορες έγχρωμες ποικιλίες, που χρησιμοποιούνται ως πολύτιμοι ή ημιπολύτιμοι λίθοι: ερυθρός χ., καρνεόλιο, καστανόχρωμος χ., σάρδιο πράσινος, χρυσοπράσινο πράσινος ποικιλόστικτος,… …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Τέχνη (Αρχαιότητα) — ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΕΧΝΗ Η απαρχή της αρχαίας ελληνικής τέχνης τοποθετείται συνήθως περί το 1100 π.Χ., μετά την κάθοδο των Δωριέων. Μετά την αποκρυπτογράφηση της Γραμμικής Β’ και την ανάγνωση των πινακίδων των ανακτόρων της Πύλου, των Μυκηνών, των… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.